Ιστορικό και Ανάπτυξη Φαρικού Δικτύου

 

1. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ- ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΑΡΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ

Οι πρώτες αναφορές κατασκευής και λειτουργίας πυρσών στην ελληνική αρχαιότητα, ανήκουν στα Ομηρικά έπη, όπου αναφέρεται ότι σε κορυφές πύργων, λόφων ή τοπικών γήινων εξάρσεων, άναβαν εύφλεκτες ύλες προς διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας, δηλαδή δημιουργούσαν «πρωτογενείς» φάρους.

Σύμφωνα με κάποιες ιστορικές πηγές, πριν τον διάσημο φάρο της Αλεξάνδρειας, υπήρξαν φάροι έναντι της άκρας του ακρωτηρίου της Έλλης (φάρος Σιγείου), στη La Corunna (Λα Κορούνια) Ισπανίας (Πύργος του Ηρακλέους) και στον Πειραιά.
Η ονομασία «Φάρος» θεωρείται ότι προέρχεται από το όνομα της νησίδας «Φάρος» πλησίον της Αλεξάνδρειας, επί της οποίας τον 3ο π.Χ. αιώνα κατασκευάστηκε ο ομώνυμος φάρος από τον περιώνυμο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο.
Ο «Φάρος της Αλεξάνδρειας», ήταν ο πλέον φημισμένος φάρος της αρχαιότητας και ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Η ανέγερση του φάρου ξεκίνησε υπό την βασιλεία του Πτολεμαίου Α΄ του Σωτήρα και ολοκληρώθηκε από τον διάδοχο του Πτολεμαίο Β΄ τον Φιλάδελφο. Το ύψος του «πύργου» ήταν 156,9 μέτρα και αποτελούσε το υψηλότερο κτίσμα της αρχαιότητος ενώ η φωτοβολία του ήταν 30 ναυτικά μίλια. Κατά την διάρκεια της ημέρας, «αναδύετο» πυκνός καπνός από την κορυφή του πύργου ο οποίος βοηθούσε τα πλοία να χαράξουν πορεία προς το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Δυστυχώς, μετά από τους τρεις σεισμούς που έλαβαν χώρα το 796 π.Χ., το 1303 μ.Χ. και το 1323 μ.Χ, καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα ερείπια του φάρου αναγέρθηκε στη θέση του το φρούριο Tabiyat Qayt-bay ή Bourdj- az-Zafar.

Για την κατασκευή/ ύπαρξη «πυρσών» στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ελάχιστα είναι γνωστά. Πέραν του έμπρακτου ενδιαφέροντος του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ (491- 518) στην επισκευή του φάρου της Αλεξάνδρειας, στη περίοδο αυτή αναφέρονται μόνο τρεις φάροι: ένας στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, απέναντι από τις Συμπληγάδες, ο φάρος της Κωνσταντινουπόλεως και ο φάρος στο Πανί στην ακτή της Προποντίδας.

Θεωρείται ότι μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι υπάρχοντες φάροι λειτουργούσαν όπως στην αρχαιότητα, δηλαδή με καύση ξύλου, άνθρακα ή φυτικών ελαίων και χρήση ρητινωδών ουσιών.

Αργότερα τα φωτιστικά μηχανήματα λειτουργούσαν με κοινό έλαιο και πετρέλαιο, ενώ πάντα αναζητούνταν μέθοδοι βελτίωσης τους. Εξ άλλου, αυτό επέβαλε και η πληθώρα των υφάλων, βραχονησίδων και σκοπέλων, που για πολλά κράτη δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα προσεγγίσεως και εφοδιασμού των φάρων και συνεπώς και αναπτύξεώς τους. Έτσι, αναζητούνταν λύσεις στο πρόβλημα αυτό, ώστε να εξευρεθούν μηχανήματα που θα λειτουργούν και θα εκπέμπουν «φωτεινά σημάδια», συνεχώς και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, άνευ της συνεχούς παρουσίας ανθρώπου.

Έτσι, εφευρέθηκαν οι αυτόματοι πυρσοί ασετιλίνης, τα φωτιστικά μηχανήματα των οποίων ήσαν απολύτως ασφαλή, λειτουργούσαν μόνο κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν απαιτούσαν κτιριακή εγκατάσταση (μόνο μικρή βάση από σκυροκονίαμα), ούτε συνεχή παρουσία φαροφυλάκων και περιόριζαν πολύ τη δαπάνη εγκαταστάσεως και λειτουργίας τους, επιφέροντας σημαντικές και ουσιώδεις βελτιώσεις στο πρόγραμμα αναπτύξεως του φαρικού δικτύου.

Σήμερα, τα φωτιστικά μηχανήματα όλων των πυρσών λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια που τους παρέχεται είτε μέσω Φ/Β συστημάτων, είτε από το δίκτυο της ΔΕΗ. 


2. ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΑΡΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ

Σύμφωνα με κάποιες ιστορικές πηγές, φάροι υπήρξαν πολύ πριν από το 1650 στο Αρχιπέλαγος του Αιγαίου, στο Μυρτώο και στο Κρητικό πέλαγος και συγκεκριμένα στα σημαντικότερα λιμάνια της εποχής, όπως στη, Χίο (1420) Μυτιλήνη (1782), Ρόδο (1490) και στη Μεθώνη.

Την εποχή της τουρκοκρατίας, το πλέον βέβαιο είναι ότι δεν υπήρξαν πυρσοί στις Ελληνικές ακτές. Αυτό ισχυροποιείται και από το γεγονός ότι την εποχή αυτή, οι συνθήκες διαβιώσεως των Ελλήνων και ο φόβος της πειρατείας στα νησιά και γενικά στις παράκτιες περιοχές, αποτέλεσαν ισχυρούς αποτρεπτικούς παράγοντες στην κατασκευή ή/και στην λειτουργία φάρων.

Οι περισσότεροι πυρσοί κατασκευάστηκαν μεταξύ του 1822 και του 1910.

Από το 1822, η Μεγάλη Βρετανία, υπό την προστασία της οποίας τελούσε η Ιόνιος Πολιτεία, είχε μεριμνήσει με συστηματικό σχεδιασμό για την κατασκευή Φάρων σε επιλεγμένες θέσεις των Ιονίων νήσων. Έτσι ιδρύθηκαν οι Φάροι: Φρούριο Κερκύρας/1822, Βαρδιάνοι Αργοστολίου/1824, Λάκκα και Μαντόνα Παξών/1825, Καπαρέλι και Άγιοι Θεόδωροι Αργοστολίου/1828, Στροφάδες/1829 και Κρυονέρι Ζακύνθου/1832. Οι Φάροι αυτοί, αργότερα, κληρονομήθηκαν στο Ελληνικό κράτος από τους Άγγλους με την προσάρτηση των Επτανήσων στην Ελλάδα (1863).

Ο πρώτος φανός του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, άναψε το 1829 ή το 1830 στο λιμάνι της Αίγινας, όταν ο Καποδίστριας ανακήρυξε την Αίγινα Πρωτεύουσα της Ελληνικής Πολιτείας (εκκλησάκι Αγ. Νικολάου Θαλασσινού), ο οποίος για άγνωστη αιτία αργότερα καταστράφηκε.

Το 1831, λειτούργησαν δύο ακόμα πυρσοί, ο ένας στη αριστερή πλευρά του λιμένα της Κέας και ο άλλος στις Σπέτσες.

Η πρώτη συστηματική μέριμνα του κράτους για την οργάνωση του Ελληνικού τότε Φαρικού Δικτύου, έγινε στις 16 Ιανουαρίου 1834 με αντίστοιχο Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 4/ «Περί Οργανισμού Λιμενίων Αρχών»), όπου υπεύθυνοι για τη παρακολούθηση και σωστή λειτουργία των πυρσών καθορίσθηκαν οι κατά τόπους Λιμενικές αρχές.

Μέχρι το 1848, κατασκευάστηκαν και τέθηκαν σε λειτουργία άλλοι τρεις πυρσοί, δύο στον Πειραιά και ένας στο Γαιδουρονήσι της Σύρου, ο οποίος διατηρείται μέχρι και σήμερα (φάρος Γάιδαρος).

Στη συνέχεια και μέχρι το 1887 κατασκευάστηκαν και τέθηκαν σε λειτουργία 35 νέοι πυρσοί με πρώτους του φάρους, στη Ψυτάλλεια, στη Φάσσα της Άνδρου και επί της νησίδας «Μανδήλι» (όλοι τους διατηρούνται μέχρι και σήμερα).

Μέχρι το 1887 η Υπηρεσία Φάρων ανήκε από κοινού στο Υπουργείο Εσωτερικών και στο Υπουργείο των Ναυτικών. Η κατάσταση αυτή όπως αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος, κάθε άλλο παρά βοηθούσε στον έλεγχο και σωστή λειτουργία του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου. Με μέριμνα του Υπουργείου των Ναυτικών συστάθηκε ειδική επιτροπή, η οποία αποφάσισε την εξ’ ολοκλήρου υπαγωγή της Υπηρεσίας Φάρων στο Υπουργείο Ναυτικών ως ανεξάρτητο τμήμα του. Με αυτόν τον τρόπο ιδρύεται με το νόμο ΑΥΠΒ’ το έτος 1887 (ΦΕΚ 140) η Υπηρεσία Φάρων. Με την ίδρυση της Υπηρεσίας Φάρων άρχισαν να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι πιέσεις από τις ευρωπαϊκές εταιρείες ναυσιπλοΐας για βελτίωση του Ελληνικού φαρικού δικτύου, καθόσον η ανάπτυξη του εμπορίου βασιζόταν κατά κύριο λόγο, στη ναυτιλία (το σιδηροδρομικό δίκτυο δεν ήταν τότε ανεπτυγμένο σε ικανοποιητικό βαθμό).

Την χρονολογία αυτή το Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο αριθμούσε 49 Φάρους (συμπεριλαμβανομένων αυτών της Ιονίου πολιτείας). Μέχρι την περίοδο εκείνη οι θέσεις των φάρων αποφασίζονταν με προσωπική αντίληψη του εκάστοτε διευθύνοντος την Υπηρεσία Φάρων, η οποία στηριζότανε κυρίως σε αιτήσεις των τοπικών πληθυσμών, των διερχομένων ναυτικών, των ναυτιλιακών πρακτόρων των ευρωπαϊκών ατμοπλοϊκών εταιρειών, αλλά και σε περιπτώσεις μεγάλων ναυαγίων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο να μην αναπτύσσεται ως προϊόν συστηματικού συνολικού σχεδιασμού. Έτσι εξηγείται γιατί φάροι δευτερεύουσας σημασίας κτίζονταν νωρίτερα από άλλους που εξυπηρετούσαν το διεθνές θαλάσσιο δίκτυο, όπως για παράδειγμα ο φάρος του Γυθείου ο οποίος κτίστηκε πριν από τους φάρους του Μαλέα και του Ταίναρου.

Το έτος 1887 ορίσθηκε Ελληνική Επιτροπή η οποία εκπόνησε την μελέτη με τίτλο, «Έκθεσις περί του Φωτισμού των Ελληνικών παραλιών». Στη μελέτη αυτή ορίσθηκαν οι κυριότερες γραμμές των πλοίων που πελαγοδρομούσαν (γραμμές πελαγοδρομίας) καθώς και των πλοίων που ακτοπλοούσαν (γραμμές ακτοπλοΐας). Στη συνέχεια οι μελετητές διέτρεξαν αυτές τις γραμμές και όπου κρίθηκε αναγκαίο συμπλήρωσαν την απαίτηση για κατασκευή νέων πυρσών. Έτσι με απόλυτη μεθοδικότητα και αποτέλεσμα καθορίσθηκαν τα σημεία και προτάθηκε η συμπλήρωση του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου με νέους πυρσούς.

Άρχισαν έκτοτε να κατασκευάζονται από το Ελληνικό κράτος νέοι πυρσοί μεταξύ αυτών υπήρχαν και πυρσοί των οποίων τα φωτιστικά μηχανήματα υπερείχαν σε σχέση με άλλους, όπως ο Φάρος «Αρμενιστής» Μυκόνου, ο «Γέρο Γόμπος», νοτιοδυτικά της Κεφαλληνίας και οι μη υφιστάμενοι σήμερα φανοί του λιμένος Κυπαρισσίας, εκβολών του Ευήνου και του αγκυροβολίου της Κορώνης.

Το 1913, με τη προσάρτηση της Μακεδονίας, της Κρήτης και των νήσων του Αιγαίου, προστίθενται στο Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο και άλλοι 18 φάροι που είχαν κατασκευαστεί για λογαριασμό των Τούρκων από Γαλλική εταιρεία.

Μέχρι το 1917 λειτουργούσαν στο Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο, 214 πυρσοί και 38 σταθεροί φανοί. Στα χρόνια του μεσοπολέμου το φαρικό δίκτυο επεκτείνεται και το 1934 αριθμεί 331 πυρσούς, από τους ποίους οι 32 έχουν κατασκευαστεί από την Γαλλική εταιρία «Administration Générale des Phares de l’ Empire Ottoman». Θα πρέπει να επισημανθεί ότι από τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνος, ο Υποναύαρχος Στυλιανός Λυκούδης, διετέλεσε επί σειρά ετών Διευθυντής της Υπηρεσίας Φάρων και ώθησε σημαντικά με τις μελέτες του και το έργο του την επέκταση του φαρικού δικτύου στον Ελλαδικό χώρο. Η περίοδος διοικήσεως του Στ. Λυκούδη, αποτελεί πραγματικό σταθμό στην πορεία της Υπηρεσίας Φάρων και συγχρόνως τη βάση για την μετέπειτα εξέλιξή της.

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν πλήρως καταστρεπτικός για το Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο. Από τους 388 πυρσούς (206 φάροι και 182 φανοί), απομένουν το 1945 να λειτουργούν μόνο 28, εκ των οποίων 19 ήσαν επιτηρούμενοι φάροι. Μετά την απελευθέρωση αρχίζουν οι εργασίες αποκαταστάσεως του κατεστραμμένου Ελληνικού φαρικού δικτύου.

Το 1947 με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων προστίθενται 4 ακόμη φάροι (δύο στη Ρόδο, ένας στην Κανδηλούσα και ένας στην Κάλυμνο).

Το 1951 ψηφίζεται ο «Περί Φάρων» νόμος 1629/1951, σύμφωνα με τον οποίο ορίζεται η λειτουργία του φαρικού δικτύου ασκείται αποκλειστικά από την τότε Διεύθυνση Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού.

Με την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης του Ελληνικού φαρικού δικτύου, στα τέλη του 1953 αριθμούνται 445 πυρσοί, από τους οποίους οι 94 ήταν επιτηρούμενοι.

Από το 1980 η Υπηρεσία Φάρων άρχισε τη μελέτη και σταδιακή αντικατάσταση των μέχρι τότε παλαιών φωτιστικών μηχανισμών με σύγχρονους ηλεκτρικούς ή ηλιακούς (φωτοβολταϊκά συστήματα), ενέργεια που ολοκληρώθηκε το 1998.

Σήμερα, όλοι οι πυρσοί του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου λειτουργούν αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία τους παρέχεται είτε από το δίκτυο της ΔΕΗ, είτε με μετατροπή της ηλιακής ενέργειας σε ηλεκτρική, με τη χρήση αυτόματων φωτοβολταϊκών συστημάτων, όπως προαναφέρθηκε.

Το 2014 ψηφίζεται και τίθεται σε εφαρμογή ο νόμος 4278, που αφορά σε θέματα που άπτονται της οργάνωσης και λειτουργίας της Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού και του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου.

Η Υπηρεσία Φάρων, είναι ο αρμόδιος κρατικός φορέας που έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία εγκατάστασης και λειτουργίας, του συνόλου πυρσών του Φαρικού Δικτύου της Χώρας στα πλαίσια ασφάλειας της ναυσιπλοΐας.

Αποστολή της ΥΦ είναι η εισήγηση για την ίδρυση, τροποποίηση ή κατάργηση πυρσών, η κατασκευή, ο εφοδιασμός, η επισκευή, η συντήρηση και η λειτουργία του συνόλου του φαρικού δικτύου του Ελλαδικού χώρου, η ενημέρωση της Υδρογραφικής Υπηρεσίας (ΥΥ) του ΠΝ, επί συναφών με τους πυρσούς θεμάτων για την έκδοση και δημοσίευση σχετικών αγγελιών προς τους ναυτιλλόμενους και η συνεργασία με αυτήν για τη σύνταξη και τη δημοσίευση του Φαροδείκτη Ελληνικών Ακτών, με σκοπό την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και την αξιοποίηση του φαρικού δικτύου στους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς του ΠΝ και γενικότερα της Εθνικής Άμυνας.

Μέχρι σήμερα, το Ελληνικό φαρικό δίκτυο δεν έχει σταματήσει να επεκτείνεται, με αποτέλεσμα σήμερα να περιλαμβάνει περισσότερους από 1300 πυρσούς, από τους οποίους οι 120 είναι λιθόκτιστοι φάροι και από αυτούς οι 34 έχουν χαρακτηρισθεί ως Ιστορικά Διατηρητέα Μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

3. ΕΞΕΛΙΞΗ ΦΩΤΙΣΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ

Τα φωτιστικά μηχανήματα των φάρων στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αποτελούνται από συστοιχίες λυχνιών τύπου “argant”, δηλαδή λυχνίες με περισσότερα από ένα κυλινδρικά φιτίλια τοποθετημένες μπροστά από κύλα μεταλλικά κάτοπτρα και καύσιμο φυτικά η ζωικά έλαια.

Η απόδοση αυτών των φωτιστικών μηχανισμών ήταν αρκετά ικανοποιητική και χρησιμοποιούνταν στους περισσότερου φάρους της εποχής. Στον φάρο Γάιδαρος Σύρου είχε τοποθετηθεί τετράπλευρος μηχανισμός με τρεις λυχνίες “argant” σε κάθε πλευρά και μηχανισμό περιστροφής. Αυτός είναι ο πρώτος περιστροφικός φάρος στην Ελλάδα.

Η εξέλιξη των φωτιστικών μηχανημάτων οφείλεται στον Γάλλο φυσικό Augustin Fresnel o οποίος το 1822 επινόησε το καταδιοπτρικό οπτικό. Κατασκεύασε ένα χιτώνιο με δυο τύπους φακών οι οποίοι αποτελούνταν είτε από:
α. Κυψέλες που βρίσκονταν στο άνω και κάτω μέρος του οπτικού και μια διάταξη από πρισματικούς φακούς με σκοπό την συγκέντρωση και ευθυγράμμιση του φωτός.
β. Κύριους κοίλους φακούς που βρίσκονταν στο κέντρο του οπτικού ευθυγραμμισμένοι με την λυχνία οι οποίοι ενισχύαν την φωτοβολία.

Το αποτέλεσμα της εφεύρεσης ήταν να περιορίσει την απώλεια της φωτοβολίας από την λυχνία στο 17% αντί του 87%, των παλαιών κατοπτρικών μηχανισμών επιτυγχάνοντας έτσι φωτοβολίες άνω των 20ν.μ. Η πρώτη εφαρμογή του καταδιοπρικού οπτικού έγινε το 1823 στο φάρο Κορντουάν της Γαλλίας.

Οι φάροι αυτοί εξέπεμπαν σταθερό φως χωρίς κάποιο χαρακτηριστικό με υπαρκτό τον κίνδυνο να υπάρξει “ταύτιση” με κάποια άλλη πηγή φωτός και να προκληθεί ατύχημα.

O μηχανουργός Henry Lepaute το 1825 εφαρμόζει την αρχή του σφαιρορυθμιστού του Watt, στον μηχανισμό περιστροφής των οπτικών. Δηλαδή κατασκευάζει ένα ωρολογιακό μηχανισμό που λειτουργεί με αντίβαρο και μεταδίδει περιστροφική κίνηση στο οπτικό του φάρου, επιτυγχάνοντας την ακριβή περιστροφή του οπτικού, η οποία σε συνδυασμό με συγκεκριμένη διάταξη φακών του οπτικού, δημιούργησε την περιστροφή δεσμών φωτός δημιουργώντας έτσι και αποδίδοντας “χαρακτηριστικό” στο φάρο.
Όμως η μεγάλη ώθηση στην εξέλιξη της φωτοσήμανσης είναι η εφεύρεση των αυτόματων πυρσών ασετιλίνης.

Το 1910 ο Σουηδός μηχανικός Gustaf Dallen κατασκευάζει τον εκλαμπτήρα γυμνής φλόγας αερίου ασετιλίνης.

Οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούν εκμεταλλευόμενοι την πίεση αερίου προερχόμενη από αεριοταμιευτήρες και σε συνδυασμό δερμάτινων μεμβρανών και βαλβίδων, απελευθέρωναν ποσότητα αερίου χρονικά προσδιοριζόμενη (αναλόγως με τον ρυθμό του χαρακτηριστικού του πυρσού) η οποία στην συνέχεια αναφλέγονταν και δημιουργούσε επαναλαμβανόμενες εκλάμψεις. Ο ίδιος μηχανικόςς εφεύρε την ηλιοβαλβίδα, η οποία διέκοπτε την κύρια παροχή αερίου κατά την διάρκεια της ημέρας “επηρεαζόμενη” από την ηλιακή ακτινοβολία, με αποτέλεσμα τη μείωση της κατανάλωσης αερίου.

Οι αυτόματοι αυτοί πυρσοί είχαν φωτοβολία μέχρι 15 ν.μ., αυτονομία καύσιμης ύλης 13 μήνες και χαμηλό κόστος κατασκευής υποδομών, εφοδιασμού και συντήρησης. Με την εφεύρεση αυτή κέρδισε το βραβείο Nobel τον Οκτώβριο του 1913.

Στην Ελλάδα η πρώτη δοκιμή αυτομάτου πυρσού ασετιλίνης έγινε το 1912 από την Σουηδική εταιρία Casaccumulator Co Ltd (Aga) για 7 μήνες με άριστα αποτελέσματα. Η νέα τεχνολογία “απαιτούσε” την εκπαίδευση ειδικού τεχνικού προσωπικού έτσι με τον νόμο 537 της 27 Δεκεμβρίου του 1914 δημιουργείται το Ειδικό Τεχνικό Προσωπικό (Τεχνίτες Φάρων). Το σύστημα αυτόματων πυρσών αερίου ασετιλίνης παρέμεινε σποραδικά σε ενέργεια από την Υπηρεσία Φάρων έως το 1998 περίπου.

Στις αρχές του 1920 γίνεται σταδιακή αντικατάσταση των λυχνιών τύπου “argant” που λειτουργούσαν στους επιτηρουμένους Φάρους, με λυχνίες πυρακτώσεως ατμοποιημένου πετρελαίου, πετυχαίνοντας μεγαλύτερη φωτοβολία στα ήδη υπάρχοντα οπτικά. Το σύστημα λειτουργίας της λυχνίας ατμοποιημένου πετρελαίου αποτελούνταν από την συστοιχία αεροδόχου πετρελαιοδόχου (που περιελάμβανε το δοχείο αέρα το δοχείο πετρελαίου και μια αεραντλία) παροχικούς σωλήνες και την λυχνία πυράκτωσης της αμιάντινης φωτοβολίδας. Σύντομα η λειτουργία της εν λόγω λυχνίας περιγράφεται ως εξής: Αρχικά έπρεπε να γίνει πλήρωση του δοχείου πετρελαίου με φωτιστικό πετρέλαιο. Στη συνέχεια μέσω της αεραντλίας να δημιουργηθεί κατάλληλη πίεση αέρα στο δοχείο αέρος ώστε μέσω σωληνώσεων ο αέρας να “παρασύρει” το καύσιμο (αρχή λειτουργίας bernoulli) και να το οδηγήσει στον καυστήρα της λυχνίας όπου ατμοποιημένο πλέον αναφλέγονταν πυρακτώνοντας την αμιάντινη φωτοβολίδα (η λειτουργία των λυχνιών αυτών θυμίζει την λειτουργία των λυχνιών κάμπινγκ ή λουξ). Μέσα στη δεκαετία του 1980 αντικαταστάθηκαν όλες οι λυχνίες ατμοποιημένου πετρελαίου με ηλεκτρικούς ή φωτοβολταικούς φωτιστικούς μηχανισμούς.

Σήμερα όλοι οι φωτιστικοί μηχανισμοί των φάρων και των αυτόματων πυρσών του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου λειτουργούν με σύγχρονα φωτοβολταικά ή ηλεκτρικά φωτιστικά συστήματα.

 

4. ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΑΡΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Το Ελληνικό Φαρικό δίκτυο έχει διαιρεθεί σε 10 περιοχές που χαρακτηρίζονται με τους αριθμούς από 0 μέχρι 9, όπως φαίνεται στον χάρτη που ακολουθεί παρακάτω. Σκοπός αυτής της διαίρεσης είναι ο άμεσος προσδιορισμός της γενικότερης γεωγραφικής θέσης στην οποία βρίσκεται ένας πυρσός, όταν αυτός αναφέρεται με τον Εθνικό Αριθμό του ή συντομογραφικά ΑΕΦ του πυρσού.